ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ
(ομοιότητες και διαφορές)
Γράφει: ο Πρωτοπρεσβ. του Οικουμεν. Θρόνου, Ευάγγέλος Παχυγιαννάκης.
Εν όψει των εορτών των Θεοφανείων, κατά τις οποίες είθισται να τελείται και μάλιστα με μεγαλοπρέπεια ο Μέγας Αγιασμός, στο σημερινό κείμενό μας θα ασχοληθούμε με το θέμα αυτό. Του Μεγάλου Αγιασμού και του Μικρού Αγιασμού, προκειμένου να ξεκαθαρίσομε ορισμένα πράγματα, γιατί έχουν παρεισφρήσει μερικές συνήθειες και δοξασίες, οι οποίες νοθεύουν το πραγματικό νόημα και των δύο αυτών ομολογουμένως αγιαστικών πράξεων, που είναι ωφέλιμες στην πνευματική μας ζωή.
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσομε ότι ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων είναι ο ίδιος με αυτόν που τελείται και την επόμενη ημέρα, δηλαδή τα Άγια Θεοφάνεια. Άσχετα αν την παραμονή τελείται από ένα μόνον Ιερέα πολλές φορές και την επομένη από Επίσκοπο ή Επισκόπους, Διακόνους και Ιερείς. Επομένως, το πρώτο που ξεκαθαρίζομε είναι ότι, ο Αγιασμός της παραμονής των Θεοφανείωνείναιο ίδιος και ισοδύναμος σε αγιαστική δύναμη και χάρη, με αυτόν της ημέρας των Θεοφανείων, γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι που καθαγιάζει και τον ένα και τον άλλο και καθιστά το απλό νερό σε «ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, ἰαματικόν ψυχῶν καίσωμάτων, πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν, φωτισμόνγνώσεως κ.λπ».
Η παρεξήγηση έγκειται στο ότι: την παραμονή των Θεοφανείων παραλείπεται η ανάγνωση του δοξολογικού προοιμίου της πρώτης Ευχής«Τριάς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε.. κ.λπ.», αλλά το εισοδευτικό αυτό μέρος της Ευχής δεν έχει χαρακτήρα αγιαστικό, αλλά κηρυκτικό και δοξολογικό. Είναι ένας υπέροχος ύμνος, ένα καταπληκτικό ποίημα του Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, που εξυμνεί τα θαυμάσια έργα της συμπαντικής Δημιουργίας, που έχουν γίνει από τον «ὑπέρθεο, ὑπερούσιο, ὑπεράγαθο, παντοδύναμο, ἀόρατο και ἀκατάλυπτο…» Τριαδικό μας Θεό. Αυτό όμως το μέρος της Ευχής εξυμνεί μόνο τα υπέροχα μεγαλεία της Δημιουργίας και αναλύει θεολογικά το νόημα της Εορτής, χωρίς να περιέχει επίκληση της αγιαστικής Θείας Χάριτος και δεν το λέγει μόνον το μέρος αυτό της Ευχής ο Επίσκοπος, αλλά και ο οποιοσδήποτε λειτουργός Ιερέας (την παραμονή δε μυστικώς).
Επίσης ορισμένοι πιστεύουν ότι την παραμονή νηστεύουν για να πιούν την επόμενη ημέρα της Εορτής Αγιασμόν. Αυτό είναι λάθος, γιατί η νηστεία αυτή δεν γίνεται για τον Αγιασμό, αλλά για την Εορτή, το ερμηνεύομε παρακάτω.
Διευκρινίζεται, επίσης, ότι η μόνη πραγματική διαφορά που υπάρχει μεταξύ του Μεγάλου Αγιασμού και του Μικρού αγιασμού, που τελείται στην αρχή κάθε μήνα στην Ενορία και παίρνουν οι πιστοί για τα σπίτια τους ή όταν θέλουν οι ίδιοι οποιαδήποτε μέρα και ώρα να τελέσουν για κάποιο λόγο ξεχωριστά στο σπίτι τους, στις εργασίες τους, στα σχολεία, στα καταστήματα, στα χωράφια τους και οπουδήποτε αλλού Μικρόν Αγιασμό, μπορούν να τον τελέσουν ακώλυτα. Ο Μεγάλος όμωςτελείται μόνο δύο φορές στον Ναό την παραμονή και την ημέρα των Φώτων.
Αλλά η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών Αγιασμών δεν είναι ποιοτική αλλά «ποσοτική». Η διαφορά δηλαδή μεταξύ αγιαστικήςΧάριτος του Μικρού Αγιασμού, που γίνεται κάθε μήνα και σε κάθε έναρξη ιδιωτικού έργου δεν είναι ποιοτική αλλά «ποσοτική». Τί θα πει αυτό; Η ποιότητα της Θείας Χάριτος δεν διαφέρει γιατί είναι πάντοτε η ίδια, αλλά διαφέρει η «ποσότητα» και η ευρύτητα της αγιαστικής χάριτος. Για παράδειγμα ας πάρομε την Ιερωσύνη.
Και οι τρεις βαθμοί της Ιερωσύνης, Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος έχουν λάβει την ίδια ποιότητα Θείας Χάριτος, αλλά όχι την ίδια «ποσότητα» και γι’ αυτό υπάρχει διαφορά στην ενέργεια των τριών βαθμών της Ιερωσύνης. Το ίδιο συμβαίνει ανάμεσα στον Μικρό και τον Μεγάλο Αγιασμό. Επίσης, ο Μικρός Αγιασμός ρίπτεται και ραντίζεται στο έδαφος καθ’ όλο το έτος, εν αντιθέσει με τον Μεγάλο Αγιασμό, ο οποίος, όπως μαρτυρείται στους χειρογράφους κώδικες «οὐ ρίπτεται τόσύνολον κατά τις λοιπές ημέρες, πλην των ημερών της παραμονής και τηνημέρα της Εορτής των Θεοφανείων» (κωδ. 979 του Σινά).
Ο καθαγιασμός των υδάτων στον Μεγάλο Αγιασμό γίνεται διά της ευχής «Μέγας εἶ, Κύριε,…» και της ευλογίας διά της δεξιάς χειρός του λειτουργού (Επισκόπου ή Ιερέως) και πιο συγκεκριμένα όταν εκφωνείται το μέρος της Ευχής: «Αυτός οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρτοῦτο…» Και είναι λάθος να νομίζεται ότι ο καθαγιασμός γίνεται κατά την ώρα της εμβαπτίσεως του τιμίου Σταυρού στο νερό και της ψαλμωδίας του Απολυτικίου των Θεοφανείων «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε,…». Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού στο ύδωρ του Αγιασμού είναι μεταγενέστερη και εισήχθη για να εικονιστεί παραστατικότερα η Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη.
Επίσης, στην Ακολουθία του Μικρού Αγιασμού δεν περιέχεται αγιαστική Ευχή, δηλαδή επίκληση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, αλλά ο αγιασμός του ύδατος γίνεται μόνο με την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, δια του οποίου ο Ιερέας ευλογεί τα ύδατα σταυροειδώς, κατάγων αυτόν και ανάγων ορθόν τρίς και ψάλλων το, «Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου» ἐκ γ΄ και ραντίζων τον Ναόν και τον λαόν λέγει το τροπάριον «Τῶν Σῶν δωρεῶν ἀξίους ἡμᾶς ποίησον…» άπαξ.
Στα δεητικά αιτήματα της Συναπτής του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρις χορηγείται δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος και η ευλογία του αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών μολυσμάτων.
Με τον Μικρόν Αγιασμόν προφυλασσόμαστε, επίσης, από τις καθ’ ημέραν επιθέσεις του διαβόλου και ενεργείται η θεραπευτική δύναμη του Σταυρού, που μας ελευθερώνει από πάσης νόσου και μας χαρίζει την κατ’ άμφω υγείαν. Μ’ αυτόν τον Αγιασμόν αγιάζομε τα σπίτια μας, αλλά και κάθε κτίσμα, τα ζώα και τους κήπους.
Είναι κατάλληλος και ωφέλιμος για κάθε περίπτωση και «πάσης εναντίας δυνάμεως αποτρεπτικός».
Η θεραπευτική και αγιαστική χάρις επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη πραγμάτων επενεργείται με τη χάριν του Παναγίου Πνεύματος, διά του Τιμίου Σταυρού, η οποία τα αγιάζει και τα μεταβάλλει διά της καθαρτικής και αγιαστικής χάριτός Του.
Τα αποτελέσματα της αγιαστικής χάριτος του Μεγάλου Αγιασμού είναι εμφανέστερα και ευρύτερα, όπως αναφέρονται στην ικετευτική παράκληση της Ευχής του Μεγάλου Αγιασμού: «Ποίησον αὐτόἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμού δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον, ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καίμεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρόςἰτρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον,διά μεταλήψεώς τε καί ραντισμοῦ», και πιστεύομεν ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε με τη βοήθεια της αγιαστικής χάριτος από κάθε πάθος ψυχής και πάντα ρύπον, συνεπικουρούσης, βεβαίως, και της προσωπικής συμμετοχής μας διά της πίστεως.
Ο Μέγας Αγιασμός είναι το σπουδαιότερο φάρμακο της Εκκλησίας μετά τη Θεία Κοινωνία και γι’ αυτό μεταλαμβάνουμε του αγιασμού πριν να λάβουμε το αντίδωρο, ενώ, αντιθέτως, ο Μικρός Αγιασμός, ως τέταρτος κατά σειράν δυνάμεως, λαμβάνεται μετά το αντίδωρο. Μέγα Αγιασμό λαμβάνουν και όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις και την ανάλογη προετοιμασία για τη Θεία Μετάληψη, χωρίς να έχουν τη λαθεμένη αντίληψη ότι ο Αγιασμός είναι ισοδύναμος με τη Θεία Κοινωνία.
Ο Μέγας Αγιασμός συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της Μετανοίας και της Εξομολογήσεως, καθ’ ότι η αρχή του ανάγεται στο Βάπτισμα Μετανοίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, το οποίο ενεργοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε με την Παρουσία και την Βάπτιση του Κυρίου μας στον Ιορδάνη ποταμό.
Στο ερώτημα αν ο Μέγας Αγιασμός είναι μυστήριον απαντάμε ανεπιφύλακτα ναι, είναι, γιατί στους Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα βρούμε πουθενά την αρίθμηση των μυστηρίων σε επτά. Τα μυστήρια της Εκκλησίας είναι άπειρα και αφορούν σε όλες τις αγιαστικές πράξεις, οι οποίες δεν ερμηνεύονται με το λογικό, αλλ’ υπέρκεινται του λογικού, χωρίς να είναι παράλογες. «Για τον Αγιασμό και τη διαφορά του Μεγάλου από τον Μικρό αναφέρεται σε άρθρο του ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Ευθυμίου, και αναλυτικότερα επισημαίνει: Ο Μέγας Αγιασμός, σε αντιδιαστολή με τον Μικρό Αγιασμό ανήκει στην κατηγορία των «μυστηριοειδών τελετών». Και μυστηριοειδείς καλούνται οι ακολουθίες μέσω των οποίων παρέχεται αοράτως η Θεία Χάρη με αισθητούς χειρισμούς και σημεία, δεν έχουν συσταθεί όμως από τον Κύριο, ούτε είναι αναγκαίες προς σωτηρία, όπως τα μυστήρια». Αναμφίβολα, ναι, αλλά και αυτές οι «μυστηριοειδείς τελετές» είναι αναγκαίες και βασικές για την ενσυνείδητη συμμετοχή και πρόσληψη των καθορισμένων από τον Κύριο μυστηρίων.
Στους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο αριθμός επτά, που αναφέρεται στα Μυστήρια, είναι άγνωστος. Θεωρούν κάθε μορφή ιεροπραξίας που γίνεται από τους κανονικούς λειτουργούς της Εκκλησίας για αγιασμό και σωτηρία των πιστών, σαν Μυστήριο. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, θα ερμηνεύσει σχετικά: «Κάθε ιερά πράξις και τελετουργία εν τη Εκκλησία είναι ένα μυστήριόν της, και κάθε μυστήριόν της είναι μεγάλο, όπως το ίδιον το μυστήριον της Εκκλησίας, διότι κάθε μυστηριακή πράξιςεν τω θεανθρωπίνω οργανισμώ της Εκκλησίας ευρίσκεται εις οργανικήνκαι ζωτικήν σχέσιν με το κεντρικόν μυστήριον της Εκκλησίας, τον θεάνθρωπον Χριστόν». Ο αριθμός επτά εισήχθη σε ’μάς από τους μισιοναρίους της σχολαστικής Δύσεως σε καιρούς δουλείας.
Στο ερώτημα αν φυλάσσεται ή αν χαλνάει ο Μεγάλος Αγιασμός ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απαντάει: «Κατά την εορτήν ταύτην (τωνΘεοφανείων) άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν… Και το σημείον γίνεται εναργές, ούδιαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μηκέτι του χρόνου, αλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον και δύο και τρία πολλάκις έτη του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος».Δηλαδή: Οι χριστιανοί της εποχής του έπαιρναν αγιασμένο νερό τα Θεοφάνεια και το είχαν στα σπίτια τους έως τρία χρόνια, για να πίνουν ή να χρίονται από αυτό αν είχαν κάποια ψυχική ή σωματική αρρώστια. Εξέφρασε δε τον θαυμασμό του για το γεγονός ότι, ο Αγιασμός παρέμενε κρυστάλλινος όπως την ημέρα που τον πήραν.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι οι αγιαστικές Ευχές καθιστούν το νερό του Μ. Αγιασμού ισοδύναμο με το νερό της Βαπτίσεως και γι’ αυτό ο Μ. Αγιασμός χρησιμοποιείται για την Βάπτιση βρεφών, που είναι ετοιμοθάνατα, ή βαριά άρρωστα προς συντόμευση της Ακολουθίας της Βαπτίσεως. Επίσης, εάν γίνει Βάπτιση την ημέρα των Θεοφανίων χρησιμοποιείται στην κολυμβήθρα Μέγας Αγιασμός, χωρίς να αναγνωσθεί η Ευχή του Αγιασμού του ύδατος, αλλά μόνο τα λόγια, που αφορούν στον βαπτιζόμενο.
Επισυνάπτομε, τέλος, ορισμένες διευκρινήσεις από κείμενο του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου, που δημοσιεύθηκε στα ΔΙΠΤΥΧΑ της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1999 (σελ.78-80, «Πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καίπληροφόρηση τῶν πιστῶν».
«1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖταιτήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆςἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείωνκαί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «Μικρός Ἁγιασμός» καί τήνἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μέγας Ἁγιασμός.
2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στόν Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά«μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καίπροϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούςδιατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καίἐξομολογήσει». Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νάπροετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστενά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.
3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νάπίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερόκείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵναπάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένονὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσανὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαιςδυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία·«φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσανσατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶνκακοποιῶν ἀνθρώπων»).
Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νάἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦπονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «Μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων.
Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τάπαιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).
4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήνἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων - ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς - γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια - ὅπωςμᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος - οἱ χριστιανοί νάπαίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στάσπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν»(Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθίατοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νάπαίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρειἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήνἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτέςτῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦτανἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησίαμέχρι σήμερα) ὅμως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν25η Δεκεμβρίου, ἡ δε Βάπτιση καί φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδας τήν 6ηἸανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιάτήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσιὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήνἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο. Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοίπού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱσυγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικάνηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στήσυνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχήμποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίωνΜυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νάτελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.
Τέλος, ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες«ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνηνἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1)». Και να συνειδητοποιήσουν ότι εξαίρεση μόνο στην ανέλαιο νηστεία γίνεται αν συμπέσει η παραμονή των Θεοφανείων, ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής, οπότε γίνεται κατάλυση ελαίου, διότι ποτέ δεν νηστεύουμε το λάδι τα Σάββατα και τις Κυριακές,παρεκτός μόνο το Μέγα Σάββατο.
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσομε ότι ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων είναι ο ίδιος με αυτόν που τελείται και την επόμενη ημέρα, δηλαδή τα Άγια Θεοφάνεια. Άσχετα αν την παραμονή τελείται από ένα μόνον Ιερέα πολλές φορές και την επομένη από Επίσκοπο ή Επισκόπους, Διακόνους και Ιερείς. Επομένως, το πρώτο που ξεκαθαρίζομε είναι ότι, ο Αγιασμός της παραμονής των Θεοφανείωνείναιο ίδιος και ισοδύναμος σε αγιαστική δύναμη και χάρη, με αυτόν της ημέρας των Θεοφανείων, γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι που καθαγιάζει και τον ένα και τον άλλο και καθιστά το απλό νερό σε «ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, ἰαματικόν ψυχῶν καίσωμάτων, πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν, φωτισμόνγνώσεως κ.λπ».
Η παρεξήγηση έγκειται στο ότι: την παραμονή των Θεοφανείων παραλείπεται η ανάγνωση του δοξολογικού προοιμίου της πρώτης Ευχής«Τριάς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε.. κ.λπ.», αλλά το εισοδευτικό αυτό μέρος της Ευχής δεν έχει χαρακτήρα αγιαστικό, αλλά κηρυκτικό και δοξολογικό. Είναι ένας υπέροχος ύμνος, ένα καταπληκτικό ποίημα του Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, που εξυμνεί τα θαυμάσια έργα της συμπαντικής Δημιουργίας, που έχουν γίνει από τον «ὑπέρθεο, ὑπερούσιο, ὑπεράγαθο, παντοδύναμο, ἀόρατο και ἀκατάλυπτο…» Τριαδικό μας Θεό. Αυτό όμως το μέρος της Ευχής εξυμνεί μόνο τα υπέροχα μεγαλεία της Δημιουργίας και αναλύει θεολογικά το νόημα της Εορτής, χωρίς να περιέχει επίκληση της αγιαστικής Θείας Χάριτος και δεν το λέγει μόνον το μέρος αυτό της Ευχής ο Επίσκοπος, αλλά και ο οποιοσδήποτε λειτουργός Ιερέας (την παραμονή δε μυστικώς).
Επίσης ορισμένοι πιστεύουν ότι την παραμονή νηστεύουν για να πιούν την επόμενη ημέρα της Εορτής Αγιασμόν. Αυτό είναι λάθος, γιατί η νηστεία αυτή δεν γίνεται για τον Αγιασμό, αλλά για την Εορτή, το ερμηνεύομε παρακάτω.
Διευκρινίζεται, επίσης, ότι η μόνη πραγματική διαφορά που υπάρχει μεταξύ του Μεγάλου Αγιασμού και του Μικρού αγιασμού, που τελείται στην αρχή κάθε μήνα στην Ενορία και παίρνουν οι πιστοί για τα σπίτια τους ή όταν θέλουν οι ίδιοι οποιαδήποτε μέρα και ώρα να τελέσουν για κάποιο λόγο ξεχωριστά στο σπίτι τους, στις εργασίες τους, στα σχολεία, στα καταστήματα, στα χωράφια τους και οπουδήποτε αλλού Μικρόν Αγιασμό, μπορούν να τον τελέσουν ακώλυτα. Ο Μεγάλος όμωςτελείται μόνο δύο φορές στον Ναό την παραμονή και την ημέρα των Φώτων.
Αλλά η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών Αγιασμών δεν είναι ποιοτική αλλά «ποσοτική». Η διαφορά δηλαδή μεταξύ αγιαστικήςΧάριτος του Μικρού Αγιασμού, που γίνεται κάθε μήνα και σε κάθε έναρξη ιδιωτικού έργου δεν είναι ποιοτική αλλά «ποσοτική». Τί θα πει αυτό; Η ποιότητα της Θείας Χάριτος δεν διαφέρει γιατί είναι πάντοτε η ίδια, αλλά διαφέρει η «ποσότητα» και η ευρύτητα της αγιαστικής χάριτος. Για παράδειγμα ας πάρομε την Ιερωσύνη.
Και οι τρεις βαθμοί της Ιερωσύνης, Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος έχουν λάβει την ίδια ποιότητα Θείας Χάριτος, αλλά όχι την ίδια «ποσότητα» και γι’ αυτό υπάρχει διαφορά στην ενέργεια των τριών βαθμών της Ιερωσύνης. Το ίδιο συμβαίνει ανάμεσα στον Μικρό και τον Μεγάλο Αγιασμό. Επίσης, ο Μικρός Αγιασμός ρίπτεται και ραντίζεται στο έδαφος καθ’ όλο το έτος, εν αντιθέσει με τον Μεγάλο Αγιασμό, ο οποίος, όπως μαρτυρείται στους χειρογράφους κώδικες «οὐ ρίπτεται τόσύνολον κατά τις λοιπές ημέρες, πλην των ημερών της παραμονής και τηνημέρα της Εορτής των Θεοφανείων» (κωδ. 979 του Σινά).
Ο καθαγιασμός των υδάτων στον Μεγάλο Αγιασμό γίνεται διά της ευχής «Μέγας εἶ, Κύριε,…» και της ευλογίας διά της δεξιάς χειρός του λειτουργού (Επισκόπου ή Ιερέως) και πιο συγκεκριμένα όταν εκφωνείται το μέρος της Ευχής: «Αυτός οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρτοῦτο…» Και είναι λάθος να νομίζεται ότι ο καθαγιασμός γίνεται κατά την ώρα της εμβαπτίσεως του τιμίου Σταυρού στο νερό και της ψαλμωδίας του Απολυτικίου των Θεοφανείων «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε,…». Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού στο ύδωρ του Αγιασμού είναι μεταγενέστερη και εισήχθη για να εικονιστεί παραστατικότερα η Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη.
Επίσης, στην Ακολουθία του Μικρού Αγιασμού δεν περιέχεται αγιαστική Ευχή, δηλαδή επίκληση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, αλλά ο αγιασμός του ύδατος γίνεται μόνο με την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, δια του οποίου ο Ιερέας ευλογεί τα ύδατα σταυροειδώς, κατάγων αυτόν και ανάγων ορθόν τρίς και ψάλλων το, «Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου» ἐκ γ΄ και ραντίζων τον Ναόν και τον λαόν λέγει το τροπάριον «Τῶν Σῶν δωρεῶν ἀξίους ἡμᾶς ποίησον…» άπαξ.
Στα δεητικά αιτήματα της Συναπτής του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρις χορηγείται δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος και η ευλογία του αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών μολυσμάτων.
Με τον Μικρόν Αγιασμόν προφυλασσόμαστε, επίσης, από τις καθ’ ημέραν επιθέσεις του διαβόλου και ενεργείται η θεραπευτική δύναμη του Σταυρού, που μας ελευθερώνει από πάσης νόσου και μας χαρίζει την κατ’ άμφω υγείαν. Μ’ αυτόν τον Αγιασμόν αγιάζομε τα σπίτια μας, αλλά και κάθε κτίσμα, τα ζώα και τους κήπους.
Είναι κατάλληλος και ωφέλιμος για κάθε περίπτωση και «πάσης εναντίας δυνάμεως αποτρεπτικός».
Η θεραπευτική και αγιαστική χάρις επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη πραγμάτων επενεργείται με τη χάριν του Παναγίου Πνεύματος, διά του Τιμίου Σταυρού, η οποία τα αγιάζει και τα μεταβάλλει διά της καθαρτικής και αγιαστικής χάριτός Του.
Τα αποτελέσματα της αγιαστικής χάριτος του Μεγάλου Αγιασμού είναι εμφανέστερα και ευρύτερα, όπως αναφέρονται στην ικετευτική παράκληση της Ευχής του Μεγάλου Αγιασμού: «Ποίησον αὐτόἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμού δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον, ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καίμεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρόςἰτρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον,διά μεταλήψεώς τε καί ραντισμοῦ», και πιστεύομεν ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε με τη βοήθεια της αγιαστικής χάριτος από κάθε πάθος ψυχής και πάντα ρύπον, συνεπικουρούσης, βεβαίως, και της προσωπικής συμμετοχής μας διά της πίστεως.
Ο Μέγας Αγιασμός είναι το σπουδαιότερο φάρμακο της Εκκλησίας μετά τη Θεία Κοινωνία και γι’ αυτό μεταλαμβάνουμε του αγιασμού πριν να λάβουμε το αντίδωρο, ενώ, αντιθέτως, ο Μικρός Αγιασμός, ως τέταρτος κατά σειράν δυνάμεως, λαμβάνεται μετά το αντίδωρο. Μέγα Αγιασμό λαμβάνουν και όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις και την ανάλογη προετοιμασία για τη Θεία Μετάληψη, χωρίς να έχουν τη λαθεμένη αντίληψη ότι ο Αγιασμός είναι ισοδύναμος με τη Θεία Κοινωνία.
Ο Μέγας Αγιασμός συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της Μετανοίας και της Εξομολογήσεως, καθ’ ότι η αρχή του ανάγεται στο Βάπτισμα Μετανοίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, το οποίο ενεργοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε με την Παρουσία και την Βάπτιση του Κυρίου μας στον Ιορδάνη ποταμό.
Στο ερώτημα αν ο Μέγας Αγιασμός είναι μυστήριον απαντάμε ανεπιφύλακτα ναι, είναι, γιατί στους Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα βρούμε πουθενά την αρίθμηση των μυστηρίων σε επτά. Τα μυστήρια της Εκκλησίας είναι άπειρα και αφορούν σε όλες τις αγιαστικές πράξεις, οι οποίες δεν ερμηνεύονται με το λογικό, αλλ’ υπέρκεινται του λογικού, χωρίς να είναι παράλογες. «Για τον Αγιασμό και τη διαφορά του Μεγάλου από τον Μικρό αναφέρεται σε άρθρο του ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Ευθυμίου, και αναλυτικότερα επισημαίνει: Ο Μέγας Αγιασμός, σε αντιδιαστολή με τον Μικρό Αγιασμό ανήκει στην κατηγορία των «μυστηριοειδών τελετών». Και μυστηριοειδείς καλούνται οι ακολουθίες μέσω των οποίων παρέχεται αοράτως η Θεία Χάρη με αισθητούς χειρισμούς και σημεία, δεν έχουν συσταθεί όμως από τον Κύριο, ούτε είναι αναγκαίες προς σωτηρία, όπως τα μυστήρια». Αναμφίβολα, ναι, αλλά και αυτές οι «μυστηριοειδείς τελετές» είναι αναγκαίες και βασικές για την ενσυνείδητη συμμετοχή και πρόσληψη των καθορισμένων από τον Κύριο μυστηρίων.
Στους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο αριθμός επτά, που αναφέρεται στα Μυστήρια, είναι άγνωστος. Θεωρούν κάθε μορφή ιεροπραξίας που γίνεται από τους κανονικούς λειτουργούς της Εκκλησίας για αγιασμό και σωτηρία των πιστών, σαν Μυστήριο. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, θα ερμηνεύσει σχετικά: «Κάθε ιερά πράξις και τελετουργία εν τη Εκκλησία είναι ένα μυστήριόν της, και κάθε μυστήριόν της είναι μεγάλο, όπως το ίδιον το μυστήριον της Εκκλησίας, διότι κάθε μυστηριακή πράξιςεν τω θεανθρωπίνω οργανισμώ της Εκκλησίας ευρίσκεται εις οργανικήνκαι ζωτικήν σχέσιν με το κεντρικόν μυστήριον της Εκκλησίας, τον θεάνθρωπον Χριστόν». Ο αριθμός επτά εισήχθη σε ’μάς από τους μισιοναρίους της σχολαστικής Δύσεως σε καιρούς δουλείας.
Στο ερώτημα αν φυλάσσεται ή αν χαλνάει ο Μεγάλος Αγιασμός ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απαντάει: «Κατά την εορτήν ταύτην (τωνΘεοφανείων) άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν… Και το σημείον γίνεται εναργές, ούδιαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μηκέτι του χρόνου, αλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον και δύο και τρία πολλάκις έτη του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος».Δηλαδή: Οι χριστιανοί της εποχής του έπαιρναν αγιασμένο νερό τα Θεοφάνεια και το είχαν στα σπίτια τους έως τρία χρόνια, για να πίνουν ή να χρίονται από αυτό αν είχαν κάποια ψυχική ή σωματική αρρώστια. Εξέφρασε δε τον θαυμασμό του για το γεγονός ότι, ο Αγιασμός παρέμενε κρυστάλλινος όπως την ημέρα που τον πήραν.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι οι αγιαστικές Ευχές καθιστούν το νερό του Μ. Αγιασμού ισοδύναμο με το νερό της Βαπτίσεως και γι’ αυτό ο Μ. Αγιασμός χρησιμοποιείται για την Βάπτιση βρεφών, που είναι ετοιμοθάνατα, ή βαριά άρρωστα προς συντόμευση της Ακολουθίας της Βαπτίσεως. Επίσης, εάν γίνει Βάπτιση την ημέρα των Θεοφανίων χρησιμοποιείται στην κολυμβήθρα Μέγας Αγιασμός, χωρίς να αναγνωσθεί η Ευχή του Αγιασμού του ύδατος, αλλά μόνο τα λόγια, που αφορούν στον βαπτιζόμενο.
Επισυνάπτομε, τέλος, ορισμένες διευκρινήσεις από κείμενο του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου, που δημοσιεύθηκε στα ΔΙΠΤΥΧΑ της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1999 (σελ.78-80, «Πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καίπληροφόρηση τῶν πιστῶν».
«1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖταιτήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆςἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείωνκαί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «Μικρός Ἁγιασμός» καί τήνἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μέγας Ἁγιασμός.
2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στόν Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά«μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καίπροϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούςδιατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καίἐξομολογήσει». Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νάπροετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστενά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.
3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νάπίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερόκείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵναπάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένονὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσανὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαιςδυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία·«φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσανσατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶνκακοποιῶν ἀνθρώπων»).
Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νάἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦπονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «Μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων.
Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τάπαιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).
4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήνἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων - ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς - γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια - ὅπωςμᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος - οἱ χριστιανοί νάπαίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στάσπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν»(Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθίατοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νάπαίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρειἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήνἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτέςτῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦτανἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησίαμέχρι σήμερα) ὅμως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν25η Δεκεμβρίου, ἡ δε Βάπτιση καί φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδας τήν 6ηἸανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιάτήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσιὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήνἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο. Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοίπού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱσυγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικάνηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στήσυνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχήμποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίωνΜυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νάτελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.
Τέλος, ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες«ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνηνἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1)». Και να συνειδητοποιήσουν ότι εξαίρεση μόνο στην ανέλαιο νηστεία γίνεται αν συμπέσει η παραμονή των Θεοφανείων, ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής, οπότε γίνεται κατάλυση ελαίου, διότι ποτέ δεν νηστεύουμε το λάδι τα Σάββατα και τις Κυριακές,παρεκτός μόνο το Μέγα Σάββατο.