ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) Λκ. 15, 11-32
Του Πρωτ. Νεκταρίου Μπανταλάκη Προέδρου Φιλεοπτώχου Ταμείου
8 Φεβρουαρίου 2026
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή που διαβάσαμε σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί, ανήκει στη σειρά των παραβολών που έχουν θέμα το απολωλός και σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται ακόμα άλλες δυο, η παραβολή του απολωλότος προβάτου(Λκ. 15,3-7) και η παραβολή της απολεσθείσης δραχμής (Λκ.15, 8-10). Η παραβολή του ασώτου, του περιπλανηθέντος γιού, του χαμένου ή απολωλότα γιού, του πρεσβύτερου γιού ή αλλιώς του αγαθού ή στοργικού πατέρα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, είναι ένα από τα πλέον σημαντικά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Στο πρώτο μέρος της παραβολής περιγράφεται η ασωτία και η επιστροφή του νεότερου γιού, στο δεύτερο μέρος ο γογγυσμός και η αντίδραση του πρεσβύτερου υιού. Κανένας όμως από τους δυο δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο της παραβολής. Το πρόσωπο που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος είναι η μορφή του αγαθού και σπλαχνικού πατέρα. Ένας άνθρωπος είχε δυο γιούς. Ο νεότερος ζητάει χωρίς περιστροφές από τον πατέρα του το μερίδιό του από την κληρονομιά. Αυτή η απλή φράση «Πάτερ δός μοι…» σημαίνει «Πατέρα, δος μου τώρα, τούτη τη στιγμή ό,τι θα γίνει οπωσδήποτε δικό μου όταν εσύ πεθάνεις. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου. Δεν μπορώ να περιμένω να πεθάνεις. Δεν υπάρχεις πιά για μένα. Τώρα έχω μεγαλώσει, δεν σε έχω πια ανάγκη* αυτό που θέλω αυτή τη στιγμή είναι η ελευθερία και όλοι οι καρποί της ζωής και του μόχθου σου . Μήπως δε μιλάμε και μείς στο Θεό όπως ο νεότερος γιός του ευαγγελίου, ατάραχοι, αλλά με την ίδια σκληρότητα, απαιτώντας από Αυτόν όλα όσα μπορεί να μας δώσει; Μήπως κάποιες φορές δεν κάνουμε το ίδιο και συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο εναντίων των συνανθρώπων μας, που είναι τα παιδιά, οι γονείς, οι σύζυγοι, οι φίλοι, οι συγγενείς μας; Και αφού πήραμε όλα όσα μπορούσαν να μας δώσουν, τους γυρίσαμε την πλάτη και σταθήκαμε μακριά από κείνους που δεν έχουν πια για μας ούτε πρόσωπο, ούτε μάτια για να τους δούμε. Μόλις ο νεότερος γιός πήρε στα χέρια του όλο τον πλούτο που ο θάνατος του πατέρα του παραχώρησε, χωρίς να κοιτάξει πίσω, αφήνει την ασφάλεια του σπιτιού και με αρκετή βιασύνη, τρέχει προς τη χώρα όπου τίποτε δε θα τον εμποδίσει να ζήσει ελεύθερα. Το παρελθόν δεν υπάρχει πια. Ότι έχει σημασία είναι το παρόν, τόσο δελεαστικό με τις υποσχέσεις του, λαμπρό σαν την νέα αυγή. Το μέλλον απλώνεται μπροστά του απεριόριστο. Περιτριγυρίζεται από φίλους, είναι το κέντρο των πάντων. Έρχεται ύστερα ο καιρός που τα πλούτη των προδίδουν. Όλα τελειώνουν και τίποτε δε μένει για τους φίλους του παρά μόνο αυτός ο ίδιος. Όλοι των εγκαταλείπουν, γιατί ποτέ δεν τον είδαν σαν πρόσωπο και η τύχη του αντικατοπτρίζει την τύχη του πατέρα του: δεν υπάρχει πια για τους φίλους, είναι μόνος και φτωχός. Πεινάει, διψάει, είναι εγκαταλειμμένος και διωγμένος. Μένει μόνος όπως άφησε τον πατέρα του. Αλλά βρίσκεται σε χειρότερη θέση, γιατί αντιμετωπίζει μεγαλύτερο μαρτύριο: την εσωτερική μηδαμινότητά του. Ο πατέρας του αν και παρατημένος, είναι πλούσιος σε αγάπη και χάρη σ’ αυτήν ακριβώς την αγάπη μπορεί να προσφέρει και τη ζωή του ακόμη για το γιό του. Βρίσκει κάποια δουλειά, αλλά αυτή γίνεται αιτία μεγαλύτερης δυστυχίας και εξευτελισμού για αυτόν. Βόσκει χοίρους! Έχει φθάσει πια στο χαμηλότερο σημείο και τώρα από κει κάτω θρηνεί την αθλιότητά του. Μόνος και διωγμένος απ’ όλους τους φίλους του, μένει μόνος με τον εαυτό του και για πρώτη φορά κοιτάζει μέσα του. Θυμάται τον καιρό που είχε έναν πατέρα! Πετιέται πάνω! Αφήνει πίσω του την αβέβαιη ζωή, ξεκινάει για το σπίτι του πατέρα του. Η πρώτη λέξη της ομολογίας του δεν είναι «συγχώρα με» αλλά «Πατέρα»! Είναι το όνομα του «Πατέρα» που βγαίνει από τα βάθη του είναι του, που ταχύνει τα βήματα του και του δίνει θάρρος να ελπίζει. Η ομολογία του αντρίκια και τέλεια. «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενωπιόν σου* δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιός σου, κάνε με ως έναν από τους εργάτες σου». Αλλά ο πατέρας δεν τον αφήνει να παραιτηθεί από τη θέση του γιού. Δρασκελίζει το κατώφλι της πόρτας και με ανοιχτές τις αγκάλες του κατευθύνεται προς τον γιό του. Αχ αυτή η αγκαλιά όταν είναι αληθινή! Όταν γίνεται με αγάπη, όταν η καρδιά σπρώχνει το σώμα να κάνει αυτήν την κίνηση! Μια αληθινή αγκαλιά όταν αγκαλιάζει ένα κλισμένο μπουμπούκι τριαντάφυλλου και αυτό ανοίγει χαρίζοντας την ομορφιά και σκορπώντας το άρωμα του. Μια αγκαλιά όταν γίνεται ζεστασιά και θαλπωρή και αγκαλιάζει την άλογη κτίση! Μια αγκαλιά για έναν πονεμένο και καταφρονημένο, για έναν φτωχό και ξενιτεμένο, για μια χήρα και ένα ορφανό! Κάνει να σμίξουν οι καρδιές των ανθρώπων και ταυτόχρονα να συγχρονιστούν σε έναν κτύπο σε έναν παλμό! Ανοίγει καθημερινά την αγκαλιά του ο Ουράνιος Πατέρας και αγκαλιάζει όλη την πεσούσαν, παλαιωθείσαν και αμαυρωθείσαν από την αμαρτία κτίση. Την αιμορροούσαν από τα τραύματα και τις πληγές. Την βιασμένη, κακοποιημένη και φθαρμένη από τις αστοχίες και ορέξεις των ανθρώπων. Υπάρχουν όμως εκεί έξω και άλλες αγκαλιές, όχι καθαρές, που δεν παρέχουν ζεστασιά, είναι παγωμένες, δελεαστικές και ελκυστικές στην αρχή, επικίνδυνες και απόμακρες στην συνέχεια. Υποσχόμενες πολλά, αλλά φτωχές σε αγάπη. Αγκαλιές που ανοίγουν διάπλατα στην αρχή, αλλά στην συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι μέγγενη που σε σφίγγει και σε πιέζει ασφυκτικά στην συνέχεια. Ακόμα κι αν στο πρόσωπο του πατέρα σχηματίστηκαν ρυτίδες, ακόμα κι αν τα μαλλιά και η γενειάδα του άσπρισαν με το πέρασμα των χρόνων, ακόμα κι αν στα λιπόσαρκα, ροζιασμένα και χαραγμένα από ουλές χέρια του να δουλεύει τη γη, ανοίγει την τεράστια αγκαλιά της καρδιάς του και όλης της ύπαρξής του, όπως τότε που γεννήθηκε εκείνος ο γιός του, για να τον υποδεχθεί στην αγκαλιά του. Και γυρίζοντάς στους δούλους του, ο πατέρας διατάζει : Βγάλτε και φέρτε την στολή την πρώτη και ντύστε τον και φορέστε του το δαχτυλίδι μου στο δάκτυλο και φορέστε του παπούτσια στα πόδια! Ο μόσχος ο σιτευτός σφάζεται για τη γιορτή, που είναι γιορτή ανάστασης. Στα χωράφια που ήταν ο μεγαλύτερος γιός , άκουσε μουσική και τραγούδια, χορούς και γλέντια. Ρωτώντας τους υπηρέτες του τι συμβαίνει, του απάντησαν ότι ο αδερφός σου γύρισε σπίτι και ο πατέρας σου, έσφαξε το καλύτερο μοσχάρι! Με όργανα τραγούδια και χορούς υποδέχθηκε τον αδερφό σου. Θύμωσε ο μεγαλύτερος γιός και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. Ο πατέρας με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλεί να συμμετέχει στην χαρά της οικογένειας του σπιτιού. Και εκείνος του απαντάει και τι του λέει; Προσέξτε τα λόγια του. « Κοίτα τόσα χρόνια δουλεύω για σένα και καμιά σου εντολή δεν παράκουσα. Και σε εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα μικρό κατσίκι να διασκεδάσω με τους φίλους μου. Και τώρα που ετούτος εδώ ο γιός σου επέστρεψε στο σπίτι, αφού σου πείρε όλη την περιουσία και την κατασπατάλησε ζώντας μια άσωτη ζωή, έσφαξες το καλύτερο και το πιο θρεμμένο μοσχάρι. Προσέξατε τις λέξεις; «Ο γιός σου και όχι ο αδερφός μου». Δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με τον αδερφό του! Και ο πατέρας του, του απαντά «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου, και ότι έχω και δεν έχω σου ανήκουν»! Ο πατέρας τον λογαριάζει γιό του! Αλλά για το γιό δεν συμβαίνει το ίδιο. Γι’ αυτόν οι δυο τους βρίσκονται όχι μαζί, αλλά ο ένας πλάι στον άλλο, που δεν είναι το ίδιο πράγμα. Δεν υπάρχει κοινή ζωή γι’ αυτούς, αλλά ούτε και χωρισμός. Ζουν στο ίδιο σπίτι αλλά χωρίς ενότητα ή βάθος στις σχέσεις τους. Αγαπητοί μου, η πορεία του ασώτου υιού γίνεται από τα βάθη της αμαρτίας πίσω προς το σπίτι του πατέρα. Η ίδια πορεία βρίσκεται μπροστά μας όταν και εμείς αποφασίσουμε να μην ζούμε κάτω από την επιρροή της κοινής γνώμης αλλά να θέσουμε σαν κριτήριό μας την κρίση του Θεού. Αυτή η πορεία στον εαυτό, μας οδηγεί στα βάθη όπου ανακαλύψαμε τη ζωή κι όπου ζήσαμε «Θεώ» μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Στην καρδιά αυτής της όασης του παρελθόντος -μακρινού ή κοντινού- βρίσκεται το σημείο απ’ όπου ξεκινάει ο δρόμος μας, ο δρόμος της επιστροφής. Θα ξεκινήσουμε έχοντας στα χείλη μας τη λέξη «Πατέρας» όχι τη λέξη «κριτής», την ομολογία της αμαρτίας μας, την ελπίδα που τίποτε δε στάθηκε ικανό να καταστρέψει και την βεβαιότητα ότι ο Θεός ποτέ δεν θα δεχθεί τον εξευτελισμό μας κι ότι Αυτός θα είναι ο εγγυητής της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Δεν θα επιτρέψει ποτέ να γίνουμε δούλοι, αφού έχουμε κληθεί από το Δημιουργό Λόγο και ότι ο τελικός προορισμός μας είναι το «έσεσθε μοι εις υιούς και θυγατέρας». Αμήν!