Ομιλία για την Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Από τον θάνατο στη Ζωή
«Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε»
Του Πρωτ. Βασιλείου Περουλάκη Προϊσταμένου Ι. Ν. Αγίας Τριάδος
15 Αυγούστου 2026
Η σημερινή ημέρα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι μία από τις πιο ιερές, τις πιο αγαπημένες και τις πιο συγκινητικές ημέρες της πίστεώς μας. Είναι η ημέρα κατά την οποία ολόκληρη η Ορθοδοξία στέκεται με ευλάβεια μπροστά στην κλίνη της Παναγίας. Είναι η ημέρα της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κι όμως, ενώ μιλούμε για κοίμηση, ενώ μπροστά μας βρίσκεται ο θάνατος, η Εκκλησία δεν φορά πένθιμα. Δεν θρηνεί όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα. Δεν μας καλεί σε απόγνωση, αλλά σε πανηγύρι. Γιατί σήμερα δεν γιορτάζουμε το τέλος μιας ζωής· γιορτάζουμε τη μετάβαση από τη ζωή στη Ζωή, από τη γη στον ουρανό, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια. Γι’ αυτό και ο λαός μας ονόμασε τόσο όμορφα τη σημερινή εορτή «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι βαθιά συνδεδεμένη με το Πάσχα του Χριστού. Ο Χριστός νίκησε τον θάνατο και η Παναγία γίνεται η πρώτη που γεύεται με τόσο μοναδικό τρόπο τους καρπούς αυτής της νίκης. Εκείνη που κράτησε στα χέρια της τον Χριστό ως βρέφος, τώρα παραδίδει την ψυχή της στα χέρια του Υιού της. Εκείνη που τον έφερε μέσα στη μήτρα της, τώρα μεταφέρεται από Εκείνον στη Βασιλεία των ουρανών. Εκείνη που στάθηκε κάτω από τον Σταυρό Του, τώρα στέκεται κοντά στον θρόνο της δόξας Του. Η Εκκλησία χρησιμοποιεί μία υπέροχη λέξη: «Κοίμηση». Δεν λέει απλώς «θάνατος». Και αυτό δεν είναι ένας ευσεβής τρόπος για να αποφύγουμε τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Είναι ομολογία πίστεως. Από τη στιγμή που ο Χριστός αναστήθηκε, ο θάνατος δεν είναι πλέον το οριστικό τέλος του ανθρώπου. Είναι ύπνος, είναι αναμονή, είναι πέρασμα. Ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θεσ. 4, 13). Δεν μας λέει να μη λυπόμαστε. Η Εκκλησία δεν καταργεί το δάκρυ. Δεν καταδικάζει τον ανθρώπινο πόνο. Ο ίδιος ο Χριστός δάκρυσε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Μας λέει όμως να μη λυπόμαστε χωρίς ελπίδα. Και σήμερα η Παναγία μάς διδάσκει ακριβώς αυτό. Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται πολύ τον θάνατο. Ίσως περισσότερο από ποτέ. Προσπαθεί να μην τον σκέφτεται, να μην τον συζητά, να τον κρύψει πίσω από την κατανάλωση, τη διασκέδαση, την εικόνα της αιώνιας νεότητας. Κι όμως, όσο περισσότερο τον αποφεύγει, τόσο περισσότερο τον φοβάται. Διότι ο θάνατος δεν νικιέται όταν τον ξεχνάμε. Νικιέται όταν συναντούμε τον Αναστημένο Χριστό. Η Παναγία σήμερα δεν μας λέει ότι δεν θα πεθάνουμε. Μας λέει κάτι πολύ μεγαλύτερο: ότι ο θάνατος δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο για εμάς. Ο τελευταίος λόγος ανήκει στον Χριστό. Και ο λόγος του Χριστού είναι η Ανάσταση. Υπάρχει ένα συγκλονιστικό παράδοξο στη σημερινή εορτή. Η Μητέρα της Ζωής βρίσκεται πάνω σε νεκρική κλίνη. Εκείνη που γέννησε τον Αρχηγό της ζωής κλείνει τα μάτια της στον κόσμο αυτό. Οι Απόστολοι, κατά την ιερή παράδοση της Εκκλησίας, συγκεντρώνονται θαυματουργικά γύρω της. Η Παναγία βρίσκεται στο κέντρο. Τα μάτια της είναι κλειστά. Το σώμα της αναπαύεται. Αλλά πάνω από την κλίνη της στέκεται ο Χριστός. Και στις εικόνες της Κοιμήσεως κρατά στην αγκαλιά Του την ψυχή της Μητέρας Του σαν μικρό παιδί τυλιγμένο στα σπάργανα. Τι συγκλονιστική αντιστροφή! Στη Βηθλεέμ η Παναγία κρατούσε στην αγκαλιά της τον Χριστό ως βρέφος. Σήμερα ο Χριστός κρατά στην αγκαλιά Του την ψυχή της Μητέρας Του. Εκείνη Τον σκέπασε με τα σπάργανα της φάτνης. Εκείνος τώρα την περιβάλλει με το φως της Βασιλείας Του. Εκείνη Τον κράτησε όταν ήταν παιδί. Εκείνος την κρατά τώρα στην αιωνιότητα. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις ωραιότερες εικόνες ολόκληρης της χριστιανικής μας πίστεως: στο τέλος της ζωής μας υπάρχει μια αγκαλιά που μας περιμένει. Δεν πέφτουμε στο κενό. Δεν χανόμαστε στο σκοτάδι. Δεν παραδινόμαστε στο τίποτε. Ανήκουμε στον Χριστό. Και εκείνος που είπε «ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 11, 25), περιμένει τον άνθρωπο στην άλλη όχθη. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε ολόκληρη τη ζωή της Παναγίας σε μία μόνο λέξη, αυτή θα μπορούσε να είναι η λέξη «ναι». «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1, 38). Αυτό το «ναι» δεν ειπώθηκε μόνο τη στιγμή του Ευαγγελισμού. Επαναλαμβανόταν σε ολόκληρη τη ζωή της. Είπε «ναι» όταν δεν καταλάβαινε. Είπε «ναι» όταν έπρεπε να φύγει πρόσφυγας στην Αίγυπτο. Είπε «ναι» όταν αναζητούσε τον δωδεκάχρονο Ιησού. Είπε «ναι» όταν άκουγε τα λόγια Του και τα φύλαγε μέσα στην καρδιά της. Είπε «ναι» όταν είδε τον Υιό της να απορρίπτεται. Είπε «ναι» όταν ανέβηκε στον Γολγοθά. Είπε «ναι» όταν στάθηκε κάτω από τον Σταυρό. Είπε «ναι» ακόμη κι όταν η μητρική της καρδιά διαπεράστηκε από τη ρομφαία του πόνου, όπως είχε προφητεύσει ο Συμεών: «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία» (Λουκ. 2, 35). Και τώρα, στην Κοίμησή της, λέει το τελευταίο μεγάλο «ναι»: παραδίδει τον εαυτό της ολοκληρωτικά στα χέρια του Θεού. Αυτό χρειάζεται και ο σύγχρονος άνθρωπος. Να ξαναμάθει να εμπιστεύεται. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία θέλουμε να ελέγχουμε τα πάντα. Το αύριο, την υγεία μας, τα παιδιά μας, την εργασία μας, τις σχέσεις μας, τη ζωή μας. Και όταν κάτι ξεφεύγει από τον έλεγχό μας, καταρρέουμε. Η Παναγία μάς δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο: όχι την αδιαφορία, όχι τη μοιρολατρία, αλλά την εμπιστοσύνη. Να κάνεις ό,τι μπορείς, να αγωνίζεσαι, να προσεύχεσαι, να αγαπάς, να προσπαθείς, αλλά στο τέλος να μπορείς να ψιθυρίζεις: «Θεέ μου, στα χέρια Σου». Πόσο ανάγκη έχει ο σημερινός άνθρωπος την Παναγία! Έχουμε περισσότερα μέσα επικοινωνίας και πολλές φορές λιγότερη αληθινή επικοινωνία. Έχουμε εκατοντάδες ανθρώπους στις οθόνες μας και μπορεί να μην έχουμε έναν άνθρωπο δίπλα μας στον οποίο να ανοίξουμε πραγματικά την καρδιά μας. Έχουμε ανέσεις, αλλά όχι πάντοτε ειρήνη. Έχουμε γνώση, αλλά όχι πάντοτε σοφία. Έχουμε ταχύτητα, αλλά συχνά δεν ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε. Ο σύγχρονος άνθρωπος κουράστηκε. Κουράστηκε να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του. Κουράστηκε να συγκρίνεται. Κουράστηκε να φαίνεται δυνατός. Κουράστηκε να κρύβει τις πληγές του. Κουράστηκε να χαμογελά μπροστά στους άλλους, ενώ μέσα του κλαίει. Και η Παναγία δεν έρχεται να τον κρίνει. Έρχεται να τον σκεπάσει. Γι’ αυτό ο ορθόδοξος λαός δεν αισθάνθηκε ποτέ την Παναγία ως μια μακρινή μορφή. Την ονόμασε Βρεφοτρόφο, Γλυκοφιλούσα, Ελεούσα, Παραμυθία, Γοργοεπήκοο, Οδηγήτρια, Πορταΐτισσα, Παρηγορήτρια. Της έδωσε χιλιάδες ονόματα, γιατί είχε χιλιάδες πόνους να της εμπιστευθεί. Κάθε όνομα της Παναγίας κρύβει και ένα ανθρώπινο δάκρυ. Κάθε εικόνα της κρύβει και μία ιστορία. Κάθε καντήλι που καίει μπροστά της είναι μια προσευχή που ίσως ποτέ δεν ειπώθηκε με λόγια. Ιδιαίτερα σήμερα, η εορτή της Παναγίας μάς καλεί να κοιτάξουμε την οικογένεια. Η οικογένεια περνά κρίση όχι επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να θέλουν την αγάπη, αλλά πολλές φορές επειδή ξέχασαν ότι η αγάπη χρειάζεται θυσία. Θέλουμε να μας καταλαβαίνουν, αλλά δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε. Θέλουμε να μας συγχωρούν, αλλά δυσκολευόμαστε να συγχωρήσουμε. Θέλουμε να μας ακούν, αλλά πολλές φορές δεν έχουμε χρόνο να ακούσουμε. Θέλουμε να μας αγαπούν, αλλά ξεχνάμε ότι η αληθινή αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα· είναι σταυρός, υπομονή, παραχώρηση, συγχώρηση, επιστροφή. Και εδώ η Παναγία γίνεται δασκάλα της οικογένειας. Δεν έκανε θόρυβο. Δεν διεκδίκησε τίποτε για τον εαυτό της. Δεν έθεσε τον εαυτό της στο κέντρο. Ήξερε να αγαπά σιωπηλά. Ήξερε να φυλάσσει: «ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. 2, 19). Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα σπίτια μας αν μαθαίναμε λίγη από τη σιωπή της Παναγίας! Όχι τη σιωπή της αδιαφορίας, αλλά τη σιωπή που δεν απαντά στον θυμό με θυμό. Τη σιωπή που ξέρει να περιμένει. Τη σιωπή που προσεύχεται πριν μιλήσει. Σήμερα όμως είναι και η μεγάλη γιορτή της μητρότητας. Ποια μητέρα δεν θα αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό της στην Παναγία; Η μάνα γνωρίζει τι σημαίνει να αγρυπνάς. Να περιμένεις. Να φοβάσαι. Να προσεύχεσαι. Να πονάς για έναν άλλον περισσότερο απ’ όσο πονάς για τον εαυτό σου. Πόσες μητέρες απόψε θα ανάψουν ένα κερί στην Παναγία για τα παιδιά τους! Για ένα παιδί που σπουδάζει μακριά. Για ένα παιδί που ταξιδεύει. Για ένα παιδί που έχει αρρωστήσει. Για ένα παιδί που έχει πάρει λάθος δρόμο. Για ένα παιδί που δεν μιλά πια με τους γονείς του. Για ένα παιδί που ο γάμος του δοκιμάζεται. Για ένα παιδί που παλεύει να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Και υπάρχουν και μητέρες που σήμερα θα σταθούν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας με έναν πόνο που δεν περιγράφεται με λόγια. Μητέρες που έχουν χάσει παιδί. Μπροστά σε αυτές τις μητέρες τα πολλά λόγια περισσεύουν. Υπάρχει όμως μία Μητέρα που τις καταλαβαίνει. Γιατί και Εκείνη στάθηκε κάτω από έναν Σταυρό. Είδε το Παιδί της να πονά. Είδε τα χέρια που κάποτε κρατούσε μικρά μέσα στα δικά της να καρφώνονται στο ξύλο. Είδε το πρόσωπο που φιλούσε να γεμίζει αίματα. Και άκουσε την τελευταία Του αναπνοή. Γι’ αυτό, μάνα που πονάς, η Παναγία ξέρει. Μάνα που αγωνιάς, η Παναγία ξέρει. Μάνα που περιμένεις ένα τηλέφωνο μέσα στη νύχτα, η Παναγία ξέρει. Μάνα που κλαις κρυφά για να μη σε δουν οι άλλοι, η Παναγία ξέρει. Δεν σου υπόσχεται ότι δεν θα υπάρξει Σταυρός. Σου δείχνει όμως ότι μετά τον Σταυρό υπάρχει Ανάσταση. Το απολυτίκιο της εορτής λέει κάτι συγκλονιστικό: «Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Έφυγες, αλλά δεν μας εγκατέλειψες. Αυτό είναι το μυστήριο της σημερινής ημέρας. Η Παναγία δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν της Εκκλησίας. Δεν είναι απλώς μια ιερή μορφή που έζησε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Είναι ζωντανή μέσα στην κοινωνία των Αγίων. Προσεύχεται. Μεσιτεύει. Σκεπάζει. Συνοδεύει. Γι’ αυτό στις δύσκολες ώρες ο λαός μας φωνάζει αυθόρμητα: «Παναγία μου!» Δυο λέξεις. Και μέσα σε αυτές χωρά ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη. «Παναγία μου!» λέει ο άρρωστος. «Παναγία μου!» λέει η μάνα για το παιδί της. «Παναγία μου!» λέει ο άνθρωπος όταν ακούσει ένα κακό νέο. «Παναγία μου!» λέει ο ναυτικός μέσα στην τρικυμία. «Παναγία μου!» λέει εκείνος που δεν ξέρει πια τι να κάνει. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο αληθινές προσευχές που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Δεν χρειάζονται πάντοτε πολλά λόγια. Μερικές φορές ένα «Παναγία μου, βοήθησέ με» βγαίνει από τέτοιο βάθος καρδιάς, ώστε γίνεται ολόκληρη προσευχή. Στη σημερινή ημέρα ας θυμηθούμε ιδιαίτερα όσους περνούν δύσκολες ώρες. Εκείνους που βρίσκονται σε ένα νοσοκομείο. Εκείνους που περιμένουν μια διάγνωση. Εκείνους που φροντίζουν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο και έχουν εξαντληθεί. Εκείνους που ζουν μόνοι. Εκείνους που έχασαν τον άνθρωπό τους και το σπίτι τους ξαφνικά έγινε σιωπηλό. Εκείνους που δεν έχουν εργασία. Εκείνους που δεν ξέρουν πώς θα αντιμετωπίσουν το αύριο. Εκείνους που χαμογελούν όταν τους συναντούμε, αλλά μόλις κλείσει η πόρτα του σπιτιού τους λυγίζουν. Ας τους φέρουμε σήμερα όλους μπροστά στην Παναγία. Η Εκκλησία δεν υπάρχει μόνο για τους ανθρώπους που αισθάνονται δυνατοί. Η Εκκλησία είναι το σπίτι και των πληγωμένων. Και η Παναγία είναι η Μητέρα εκείνων που πολλές φορές δεν έχουν κανέναν άλλο στον οποίο να πουν τον πόνο τους. Ας μη μείνει, λοιπόν, η σημερινή γιορτή μόνο στα λουλούδια, στα εγκώμια, στις λιτανείες και στα πανηγύρια. Όλα αυτά είναι όμορφα και ευλογημένα, όταν όμως μας οδηγούν στην αγάπη. Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε την Παναγία, ας κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορεί κάποιος δίπλα μας να χρειάζεται ένα τηλεφώνημα. Ένας ηλικιωμένος μια επίσκεψη. Ένας ασθενής λίγη συντροφιά. Μια κουρασμένη μητέρα λίγη βοήθεια. Ένας άνθρωπος που πενθεί μια αγκαλιά. Ένα παιδί λίγο περισσότερο χρόνο από τους γονείς του. Η μεγαλύτερη λαμπάδα που μπορούμε να ανάψουμε στην Παναγία είναι η αγάπη προς τον άνθρωπο. Και σήμερα, μπροστά στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ο νους μας πηγαίνει αναπόφευκτα και στους δικούς μας ανθρώπους που έφυγαν. Σε εκείνους που κάποτε κάθονταν μαζί μας στο τραπέζι. Σε εκείνους που είχαν τη θέση τους μέσα στο σπίτι μας. Σε μια μάνα, έναν πατέρα, έναν σύζυγο, μια σύζυγο, ένα παιδί, έναν αδελφό, έναν φίλο. Υπάρχουν πρόσωπα που μπορεί να περάσουν χρόνια και όμως δεν λείπουν ούτε μία ημέρα από την καρδιά μας. Και υπάρχουν στιγμές που θα δίναμε τα πάντα για να ακούσουμε ξανά τη φωνή τους. Για να τους πούμε μία λέξη ακόμη. Για να τους αγκαλιάσουμε άλλη μία φορά. Η Εκκλησία σήμερα μας ψιθυρίζει: δεν χάθηκαν. Ο Χριστός μάς είπε: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ιω. 11, 25). Οι άνθρωποί μας δεν έγιναν τίποτε. Δεν εξαφανίστηκαν. Βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Και κάθε φορά που τελούμε τη Θεία Λειτουργία, η Εκκλησία της γης συναντά την Εκκλησία του ουρανού. Ζώντες και κεκοιμημένοι βρισκόμαστε γύρω από το ίδιο Θυσιαστήριο, μπροστά στον ίδιο Χριστό. Γι’ αυτό η χριστιανική ελπίδα δεν λέει «αντίο για πάντα». Λέει: εις το επανιδείν. Αδελφοί μου, ας μη θυμόμαστε την Παναγία μόνο τον Δεκαπενταύγουστο. Ας της δώσουμε μια θέση στην καθημερινότητά μας. Ας μάθουν τα παιδιά μας να λένε «Παναγία μου». Ας ξέρουν ότι υπάρχει μια Μητέρα στον ουρανό στην οποία μπορούν να καταφεύγουν όταν εμείς οι γονείς δεν θα μπορούμε να είμαστε δίπλα τους. Γιατί κάποτε τα παιδιά θα μεγαλώσουν. Κάποτε θα φύγουν από το σπίτι. Κάποτε θα βρεθούν μπροστά σε δυσκολίες που εμείς δεν θα γνωρίζουμε. Κάποτε ίσως βρεθούν σε έναν δρόμο, σε μια ξένη πόλη, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, σε μια δύσκολη απόφαση, σε μια νύχτα μεγάλης μοναξιάς. Και τότε ίσως μια λέξη που έμαθαν μικρά να γίνει το σχοινί που θα τα κρατήσει: «Παναγία μου…» Αυτό είναι μεγάλη κληρονομιά. Μπορεί να μην αφήσουμε στα παιδιά μας μεγάλη περιουσία. Ας τους αφήσουμε όμως πίστη. Ας τους αφήσουμε προσευχή. Ας τους αφήσουμε την εικόνα μιας μάνας και ενός πατέρα που γονάτιζαν μπροστά στον Θεό. Αυτή την κληρονομιά κανείς δεν μπορεί να τους την αφαιρέσει. Σε λίγο η μεγάλη εορτή θα τελειώσει. Τα φώτα θα σβήσουν. Οι ύμνοι θα σταματήσουν. Θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας και στις καθημερινές μας υποχρεώσεις. Αλλά ας μην επιστρέψουμε ίδιοι. Ας πάρουμε μαζί μας κάτι από τη σημερινή ημέρα. Όποιος έχει πόνο, ας αφήσει λίγο από το βάρος του στην Παναγία. Όποιος φοβάται, ας της εμπιστευθεί τον φόβο του. Όποιος έχει παιδί που τον πονά, ας το βάλει νοερά στην αγκαλιά της. Όποιος έχει άνθρωπο άρρωστο, ας ψιθυρίσει το όνομά του μπροστά στην εικόνα της. Όποιος έχει χάσει κάποιον αγαπημένο, ας θυμηθεί ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Όποιος αισθάνεται μόνος, ας γνωρίζει ότι υπάρχει μία Μητέρα που δεν εγκαταλείπει ποτέ τα παιδιά της. Και όταν κάποτε έρθει και για εμάς εκείνη η ώρα – γιατί θα έρθει για όλους –, ας έχουμε μία μόνο προσευχή: να βρεθούμε κι εμείς μέσα στην αγκαλιά του Χριστού. Να φύγουμε έχοντας συγχωρήσει. Να φύγουμε έχοντας αγαπήσει. Να φύγουμε έχοντας μετανοήσει. Να φύγουμε έχοντας κοινωνήσει τον Χριστό. Να φύγουμε έχοντας μέσα μας την ελπίδα της Αναστάσεως. Και τότε ο θάνατος δεν θα είναι γκρεμός. Θα είναι πόρτα. Δεν θα είναι σκοτάδι. Θα είναι ξημέρωμα. Δεν θα είναι χωρισμός αιώνιος. Θα είναι προσμονή συναντήσεως. Παναγία μας, σήμερα που στεκόμαστε νοερά γύρω από την ιερή σου κλίνη, μη μας αφήσεις να φύγουμε χωρίς την ευλογία σου. Σκέπασε τα σπίτια και τις οικογένειές μας, φύλαξε τα παιδιά και τους νέους μας, στήριξε όσους δοκιμάζονται, παρηγόρησε εκείνους που πενθούν και στάσου κοντά στους ασθενείς, στους μοναχικούς και σε κάθε άνθρωπο που πονά και αγωνιά. Κι όταν οι δυνάμεις μας λιγοστεύουν και η νύχτα της ζωής γίνεται βαριά, βοήθησέ μας να θυμόμαστε ότι έχουμε Μητέρα. Μια Μητέρα που πόνεσε, που έκλαψε, που στάθηκε κάτω από τον Σταυρό, αλλά γνώρισε και το φως της Αναστάσεως. Γι’ αυτό και σήμερα δεν σε αποχαιρετούμε, γιατί, όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες». Μείνε, λοιπόν, κοντά μας, Παναγία μας, και κράτησέ μας όλους κάτω από τη μητρική σου σκέπη. Οδήγησέ μας πάντοτε προς τον Υιό σου, ώστε κάποτε να αξιωθούμε να Τον συναντήσουμε στη Βασιλεία Του, εκεί όπου κανένα δάκρυ δεν χάνεται, καμία αληθινή αγάπη δεν πεθαίνει και ο θάνατος δεν χωρίζει πια κανέναν. Χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η Παναγία να σκεπάζει κάθε σπίτι και κάθε οικογένεια. Αμήν.